Греческий словарь
с грамматикой

ιδιότητα

[iˈðjɔtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
качество, свойство, признак
quality, property, characteristic · μια καλή ιδιότητα — хорошее качество
2
должность, звание, статус
position, status, capacity · ως ιδιότητα δασκάλου — в качестве учителя

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ιδιότητα
вин.
την ιδιότητα
род.
της ιδιότητας
зват.
ιδιότητα
Мн. ч.
им.
οι ιδιότητες
вин.
τις ιδιότητες
род.
των ιδιοτήτων
зват.
ιδιότητες

Примеры

Η υπομονή είναι μια σημαντική ιδιότητα.
Терпение — это важное качество. · Patience is an important quality.
Με την ιδιότητα του διευθυντή, υπέγραψε το συμβόλαιο.
В качестве директора он подписал контракт. · In his capacity as director, he signed the contract.
Οι ιδιότητες αυτού του υλικού το κάνουν ιδανικό για την κατασκευή.
Свойства этого материала делают его идеальным для производства. · The properties of this material make it ideal for construction.
Κατέχει την ιδιότητα του ελληνικού πολίτη.
Он обладает статусом греческого гражданина. · He holds the status of Greek citizen.