ιδιόκτητος
[iˈðiˈɔktitos]прилагательноеB2
Значения
1
принадлежащий одному лицу; частный, личный
privately owned; belonging to a private individual · ιδιόκτητη επιχείρηση — частная компания
2
не государственный; не коммунальный
non-state; not publicly owned · ιδιόκτητο σχολείο — частная школа
Грамматика
мужской род
им.
ιδιόκτητος
вин.
ιδιόκτητο
род.
ιδιόκτητου
зват.
ιδιόκτητε
женский род
им.
ιδιόκτητη
вин.
ιδιόκτητη
род.
ιδιόκτητης
зват.
ιδιόκτητη
средний род
им.
ιδιόκτητο
вин.
ιδιόκτητο
род.
ιδιόκτητου
зват.
ιδιόκτητο
Примеры
Τα ιδιόκτητα σχολεία έχουν διαφορετικές πολιτικές.
Частные школы имеют разные политики. · Private schools have different policies.
Αυτή είναι ιδιόκτητη περιουσία και δεν είναι ανοιχτή για το κοινό.
Это частная собственность и не открыта для публики. · This is private property and is not open to the public.
Ο ιδιόκτητος τομέας αναπτύσσεται ταχύτερα από τον δημόσιο.
Частный сектор развивается быстрее, чем государственный. · The private sector is developing faster than the public one.