ιδιοφυία
[iðjofiˈia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
природный талант, врождённая способность
natural talent, innate ability · έχει ιδιοφυία για τη μουσική — он/она имеет талант к музыке
2
гений, одарённый человек
genius, gifted person · είναι μια ιδιοφυία της τέχνης — это гений искусства
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ιδιοφυία
вин.
την ιδιοφυία
род.
της ιδιοφυίας
зват.
ιδιοφυία
Мн. ч.
им.
οι ιδιοφυίες
вин.
τις ιδιοφυίες
род.
των ιδιοφυιών
зват.
ιδιοφυίες
Примеры
Ο Μότσαρτ είχε εξαιρετική ιδιοφυία για τη σύνθεση.
Моцарт обладал исключительным талантом к композиции. · Mozart had exceptional talent for composition.
Η ιδιοφυία της δεν αναγνωρίστηκε κατά την ζωή της.
Её талант не был признан при жизни. · Her talent was not recognized during her lifetime.
Αυτές οι ιδιοφυίες αλλάζουν τον κόσμο της τέχνης.
Эти гении меняют мир искусства. · These gifted people are changing the world of art.