ιδιοκτήτρια
[iðiokˈtitria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
владелица, собственница (женщина, которая владеет имуществом)
female owner, proprietress (woman who owns property) · η ιδιοκτήτρια του σπιτιού — владелица дома
2
владелица, хозяйка (женщина, которая владеет бизнесом, компанией)
female proprietor, businesswoman (woman who owns a business) · η ιδιοκτήτρια της εταιρείας — владелица компании
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ιδιοκτήτρια
вин.
την ιδιοκτήτρια
род.
της ιδιοκτήτριας
зват.
ιδιοκτήτρια
Мн. ч.
им.
οι ιδιοκτήτριες
вин.
τις ιδιοκτήτριες
род.
των ιδιοκτητριών
зват.
ιδιοκτήτριες
Примеры
Η ιδιοκτήτρια του καταστήματος είναι πολύ φιλική.
Владелица магазина очень дружелюбна. · The shop owner is very friendly.
Συναντήθηκα με την ιδιοκτήτρια χθες το απόγευμα.
Я встретилась с владелицей вчера днём. · I met with the proprietress yesterday afternoon.
Οι ιδιοκτήτριες των εταιρειών πήρανε σημαντικές αποφάσεις.
Владелицы компаний приняли важные решения. · The business owners made significant decisions.
Ρώτησα την ιδιοκτήτρια για τη διαθεσιμότητα του δωματίου.
Я спросил владелицу о наличии свободной комнаты. · I asked the landlady about room availability.