Греческий словарь
с грамматикой

ιδιαιτερότητα

[iðieˈteˈrotiˈta]существительноеη · женский родB1

Значения

1
особенность, характерная черта
distinctive feature, peculiarity · η ιδιαιτερότητα της γλώσσας — особенность языка
2
частность, деталь
particular detail, specificity · σε κάθε ιδιαιτερότητα — в каждой мелочи

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ιδιαιτερότητα
вин.
την ιδιαιτερότητα
род.
της ιδιαιτερότητας
зват.
ιδιαιτερότητα
Мн. ч.
им.
οι ιδιαιτερότητες
вин.
τις ιδιαιτερότητες
род.
των ιδιαιτεροτήτων
зват.
ιδιαιτερότητες

Примеры

Η ιδιαιτερότητα αυτής της περιοχής είναι το κλίμα της.
Особенность этого района — его климат. · The distinctive feature of this region is its climate.
Πρέπει να δούμε τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης χωριστά.
Нужно рассмотреть детали каждого случая отдельно. · We need to examine the particulars of each case separately.
Αυτή η ιδιαιτερότητα κάνει το προϊόν μοναδικό.
Эта особенность делает товар уникальным. · This peculiarity makes the product unique.