ιατροδικαστής
[iatroðikaˈstis]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
судебно-медицинский эксперт, врач-криминалист
forensic pathologist, medical examiner · γιατρός που εξετάζει νεκρούς — врач, который исследует трупы
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ιατροδικαστής
вин.
τον ιατροδικαστή
род.
του ιατροδικαστή
зват.
ιατροδικαστή
Мн. ч.
им.
οι ιατροδικαστές
вин.
τους ιατροδικαστές
род.
των ιατροδικαστών
зват.
ιατροδικαστές
Примеры
Ο ιατροδικαστής διεξήγαγε τη νεκροψία.
Судебно-медицинский эксперт провел вскрытие. · The medical examiner conducted the autopsy.
Οι ιατροδικαστές υπέβαλαν την έκθεση στο δικαστήριο.
Врачи-криминалисты представили отчет суду. · The forensic pathologists submitted the report to court.
Κατά τη γνώμη του ιατροδικαστή, ο θάνατος ήταν φυσικός.
По мнению эксперта-медика, смерть была естественной. · In the medical examiner's opinion, the death was natural.