ιαπωνικός
[japɔniˈkɔs]прилагательноеA2
Значения
1
японский
Japanese · ιαπωνική τέχνη — японское искусство
Грамматика
мужской род
им.
ιαπωνικός
вин.
ιαπωνικό
род.
ιαπωνικού
зват.
ιαπωνικέ
женский род
им.
ιαπωνική
вин.
ιαπωνική
род.
ιαπωνικής
зват.
ιαπωνική
средний род
им.
ιαπωνικό
вин.
ιαπωνικό
род.
ιαπωνικού
зват.
ιαπωνικό
Примеры
Αγαπώ την ιαπωνική κουζίνα πολύ.
Я очень люблю японскую кухню. · I love Japanese cuisine very much.
Το ιαπωνικό σακέ είναι καλό.
Японское сакэ хорошее. · Japanese sake is good.
Μαθαίνει ιαπωνική γλώσσα στο πανεπιστήμιο.
Она изучает японский язык в университете. · She is studying the Japanese language at university.
Οι ιαπωνικοί σεισμοί είναι συχνοί.
Японские землетрясения частые. · Japanese earthquakes are frequent.