ιανουάριος
[janˈu.aɾ.jos]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
январь (первый месяц года)
January (first month of the year) · ο πρώτος μήνας του χρόνου — первый месяц года
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ιανουάριος
вин.
τον ιανουάριο
род.
του ιανουαρίου
зват.
ιανουάριε
Мн. ч.
им.
οι ιανουάριοι
вин.
τους ιανουαρίους
род.
των ιανουαρίων
зват.
ιανουάριοι
Примеры
Ο Ιανουάριος είναι πολύ κρύος στην Ελλάδα.
Январь очень холодный в Греции. · January is very cold in Greece.
Την πρώτη του Ιανουαρίου γιορτάζουμε το νέο χρόνο.
Первого января мы отмечаем новый год. · On the first of January we celebrate the new year.
Τα παιδιά ξεκινούν το σχολείο στον Ιανουάριο.
Дети начинают школу в январе. · The children start school in January.