Греческий словарь
с грамматикой

ιάομαι

[ˈjaome]глаголотложительный (-ομαι)B2

Значения

1
исцелять, лечить
to heal, to cure · ιάομαι τον ασθενή — исцеляю больного
2
избавлять (от зла, болезни, пороков)
to free from, to rid of (evil, vice) · ιάομαι από την αμαρτία — спасаю от греха

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ιάομαι
εσύ
ιάσαι
αυτός
ιάται
εμείς
ιαόμαστε
εσείς
ιάσθε
αυτοί
ιώνται
Аорист
εγώ
ιάθηκα
εσύ
ιάθηκες
αυτός
ιάθηκε
εμείς
ιαθήκαμε
εσείς
ιαθήκατε
αυτοί
ιάθηκαν
Будущее
εγώ
θα ιαθώ
εσύ
θα ιαθείς
αυτός
θα ιαθεί
εμείς
θα ιαθούμε
εσείς
θα ιαθείτε
αυτοί
θα ιαθούν

Примеры

Ο γιατρός ιάθηκε τον ασθενή με φάρμακα.
Врач вылечил пациента лекарствами. · The doctor healed the patient with medicines.
Πιστεύουν ότι η πίστη μπορεί να ιάσει πολλές ασθένειες.
Они верят, что вера может исцелить многие болезни. · They believe that faith can heal many illnesses.
Θέλει να ιαθεί από τη θλίψη του.
Он хочет освободиться от своей печали. · He wants to be freed from his sorrow.