θωρηκτό
[θoˈriktó]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
броненосец (военный корабль)
ironclad, armoured warship · πολεμικό σκάφος με θωράκισμα — военный корабль с броней
Грамматика
Ед. ч.
им.
το θωρηκτό
вин.
το θωρηκτό
род.
του θωρηκτού
зват.
θωρηκτό
Мн. ч.
им.
τα θωρηκτά
вин.
τα θωρηκτά
род.
των θωρηκτών
зват.
θωρηκτά
Примеры
Το θωρηκτό ήταν ένα επαναστατικό όπλο.
Броненосец был революционным оружием. · The ironclad was a revolutionary weapon.
Τα θωρηκτά του στόλου επιτέθηκαν κατά των ανεμογεννητριών.
Броненосцы флота атаковали противника. · The warships of the fleet attacked the enemy.
Στο μουσείο έχουν ένα μοντέλο του περίφημου θωρηκτού.
В музее есть модель знаменитого броненосца. · The museum has a model of the famous ironclad.