Греческий словарь
с грамматикой

θωρακίζω

[θoraˈkizo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
защищать, ограждать (от вреда, опасности)
to protect, to shield (from harm or danger) · θωρακίζω το παιδί από κακές επιρροές — защищаю ребёнка от дурного влияния
2
укреплять, вооружать (в переносном смысле)
to fortify, to arm (metaphorically) · θωρακίζω την ψυχή με γνώση — укрепляю душу знанием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θωρακίζω
εσύ
θωρακίζεις
αυτός
θωρακίζει
εμείς
θωρακίζουμε
εσείς
θωρακίζετε
αυτοί
θωρακίζουν
Аорист
εγώ
θώρακισα
εσύ
θώρακισες
αυτός
θώρακισε
εμείς
θωρακίσαμε
εσείς
θωρακίσατε
αυτοί
θώρακισαν
Будущее
εγώ
θα θωρακίσω
εσύ
θα θωρακίσεις
αυτός
θα θωρακίσει
εμείς
θα θωρακίσουμε
εσείς
θα θωρακίσετε
αυτοί
θα θωρακίσουν

Примеры

Η μητέρα θωρακίζει τα παιδιά της με αγάπη και φροντίδα.
Мать защищает своих детей любовью и заботой. · The mother shields her children with love and care.
Το εμπιστοσύνη θωρακίζει τη σχέση από δυσπιστία.
Доверие оберегает отношения от недоверия. · Trust protects a relationship from suspicion.
Θώρακισε την ψυχή του με σταθερές αρχές.
Он укрепил свою душу твёрдыми принципами. · He fortified his spirit with firm principles.