Греческий словарь
с грамматикой

θυσιάζω

[θisiˈazo]глаголB2

Значения

1
приносить в жертву (животное)
to sacrifice (an animal) · θυσιάζω ένα αρνί — приносить в жертву барана
2
жертвовать, идти на жертву (переносно)
to sacrifice, to give up (figuratively) · θυσιάζω την υγεία μου — жертвую своим здоровьем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θυσιάζω
εσύ
θυσιάζεις
αυτός
θυσιάζει
εμείς
θυσιάζουμε
εσείς
θυσιάζετε
αυτοί
θυσιάζουν
Аорист
εγώ
θυσίασα
εσύ
θυσίασες
αυτός
θυσίασε
εμείς
θυσιάσαμε
εσείς
θυσιάσατε
αυτοί
θυσίασαν
Будущее
εγώ
θα θυσιάσω
εσύ
θα θυσιάσεις
αυτός
θα θυσιάσει
εμείς
θα θυσιάσουμε
εσείς
θα θυσιάσετε
αυτοί
θα θυσιάσουν

Примеры

Στην αρχαία Ελλάδα θυσίαζαν ζώα στους θεούς.
В древней Греции приносили животных в жертву богам. · In ancient Greece, they sacrificed animals to the gods.
Θα θυσιάσει πολλά για την καριέρα του.
Он пожертвует многим ради своей карьеры. · He will sacrifice a lot for his career.
Οι γονείς θυσιάζονται για τα παιδιά τους.
Родители жертвуют собой ради своих детей. · Parents sacrifice themselves for their children.
Έχει θυσιάσει την ευτυχία του για το καθήκον.
Он принёс в жертву собственное счастье долгу. · He sacrificed his own happiness for duty.