Греческий словарь
с грамматикой

θυμώνω

[θiˈmono]глаголA2

Значения

1
сердиться, злиться, гневаться
to get angry, to be annoyed · θυμώνω με κάποιον — сердиться на кого-то
2
раздражаться (на что-то)
to become irritated (at something) · θυμώνω για κάτι — раздражаться из-за чего-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θυμώνω
εσύ
θυμώνεις
αυτός
θυμώνει
εμείς
θυμώνουμε
εσείς
θυμώνετε
αυτοί
θυμώνουν
Аорист
εγώ
θύμωσα
εσύ
θύμωσες
αυτός
θύμωσε
εμείς
θυμώσαμε
εσείς
θυμώσατε
αυτοί
θύμωσαν
Будущее
εγώ
θα θυμώσω
εσύ
θα θυμώσεις
αυτός
θα θυμώσει
εμείς
θα θυμώσουμε
εσείς
θα θυμώσετε
αυτοί
θα θυμώσουν

Примеры

Θυμώνει γιατί δεν του άρεσε η απάντηση.
Он сердится, потому что ему не понравился ответ. · He's annoyed because he didn't like the answer.
Μην θυμώνεσαι με εμένα, παρακαλώ.
Пожалуйста, не сердись на меня. · Please don't be angry with me.
Θύμωσε τόσο πολύ που φύγε από το σπίτι.
Он так разозлился, что ушёл из дома. · He got so angry that he left the house.
Θα θυμώσουν αν το ακούσουν.
Они разозлятся, если это услышат. · They will be upset if they hear that.