Греческий словарь
с грамматикой

θυμίζω

[θiˈmizo]глаголA2

Значения

1
напоминать
to remind · θυμίζω κάποιον για κάτι — напоминать кому-то о чём-то
2
пахнуть, издавать запах
to smell of, to give off a scent · θυμίζει λιβάνι — пахнет ладаном

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θυμίζω
εσύ
θυμίζεις
αυτός
θυμίζει
εμείς
θυμίζουμε
εσείς
θυμίζετε
αυτοί
θυμίζουν
Аорист
εγώ
θύμισα
εσύ
θύμισες
αυτός
θύμισε
εμείς
θυμίσαμε
εσείς
θυμίσατε
αυτοί
θύμισαν
Будущее
εγώ
θα θυμίσω
εσύ
θα θυμίσεις
αυτός
θα θυμίσει
εμείς
θα θυμίσουμε
εσείς
θα θυμίσετε
αυτοί
θα θυμίσουν

Примеры

Θύμισε με να αγοράσω γάλα.
Напомни мне купить молоко. · Remind me to buy milk.
Αυτό το τραγούδι θυμίζει τα παιδικά χρόνια μας.
Эта песня напоминает нам о детстве. · This song reminds us of our childhood.
Το λουλούδι θυμίζει καταπληκτικά.
Цветок чудесно пахнет. · The flower smells wonderfully.
Θα σας θυμίσω για τη συνάντηση αύριο.
Я напомню вам о встрече завтра. · I'll remind you about tomorrow's meeting.