Греческий словарь
с грамматикой

θυμάμαι

[θiˈmame]глаголA2

Значения

1
помнить, вспоминать
remember, recall · θυμάμαι τα παιδικά μου — я помню своё детство
2
думать о ком-либо/чём-либо, иметь в виду
think of, have in mind · Θυμάμαι τον φίλο μου — я думаю о моём друге

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θυμάμαι
εσύ
θυμάσαι
αυτός
θυμάται
εμείς
θυμόμαστε
εσείς
θυμάστε
αυτοί
θυμούνται
Аорист
εγώ
θυμήθηκα
εσύ
θυμήθηκες
αυτός
θυμήθηκε
εμείς
θυμηθήκαμε
εσείς
θυμηθήκατε
αυτοί
θυμήθηκαν
Будущее
εγώ
θα θυμηθώ
εσύ
θα θυμηθείς
αυτός
θα θυμηθεί
εμείς
θα θυμηθούμε
εσείς
θα θυμηθείτε
αυτοί
θα θυμηθούν

Примеры

Θυμάμαι ακόμα τον πρώτο μου δάσκαλο.
Я всё ещё помню моего первого учителя. · I still remember my first teacher.
Δεν θυμάσαι τι συνέβη χθες;
Ты не помнишь, что произошло вчера? · Don't you remember what happened yesterday?
Θυμήθηκε την παλιά του σχολή με νοσταλγία.
Он вспомнил свою старую школу с ностальгией. · He recalled his old school with nostalgia.
Θα θυμηθώ αυτή τη στιγμή για πάντα.
Я буду помнить этот момент навсегда. · I will remember this moment forever.