θυγάτηρ
[θiˈɣatir]существительноеη · женский родA1
Значения
1
дочь
daughter · η θυγάτηρ του Γιάννη — дочь Яннис
Грамматика
Ед. ч.
им.
η θυγάτηρ
вин.
την θυγάτερα
род.
της θυγατέρας
зват.
θυγάτερ
Мн. ч.
им.
οι θυγατέρες
вин.
τις θυγατέρες
род.
των θυγατέρων
зват.
θυγατέρες
Примеры
Η θυγάτερά μας σπουδάζει στο πανεπιστήμιο.
Наша дочь учится в университете. · Our daughter studies at the university.
Έχεις θυγατέρες;
У тебя есть дочери? · Do you have daughters?
Την θυγάτερα της την ξέρω καλά.
Её дочь я знаю хорошо. · I know her daughter well.