Греческий словарь
с грамматикой

θρησκεύω

[θriˈskevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
исповедовать (религию), верить в Бога
to practice a religion, to worship, to be religious · θρησκεύει το Ισλάμ — исповедует ислам
2
относиться с благоговением, почитать
to revere, to hold sacred · θρησκεύει τη φύση — почитает природу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θρησκεύω
εσύ
θρησκεύεις
αυτός
θρησκεύει
εμείς
θρησκεύουμε
εσείς
θρησκεύετε
αυτοί
θρησκεύουν
Аорист
εγώ
θρησκέψα
εσύ
θρησκέψες
αυτός
θρησκέψε
εμείς
θρησκέψαμε
εσείς
θρησκέψατε
αυτοί
θρησκέψαν
Будущее
εγώ
θα θρησκέψω
εσύ
θα θρησκέψεις
αυτός
θα θρησκέψει
εμείς
θα θρησκέψουμε
εσείς
θα θρησκέψετε
αυτοί
θα θρησκέψουν

Примеры

Πολλοί άνθρωποι θρησκεύουν διαφορετικές θρησκείες.
Многие люди исповедуют разные религии. · Many people practice different religions.
Ο παππούς θρησκεύε τη φύση και τα βουνά.
Дедушка почитал природу и горы. · Grandfather revered nature and mountains.
Θα θρησκέψεις το Θεό αν θέλεις να είσαι ευτυχής;
Ты будешь верить в Бога, если захочешь быть счастливым? · Will you worship God if you want to be happy?