Греческий словарь
с грамматикой

θρηνώ

[θriˈno]глаголB2

Значения

1
оплакивать, рыдать, горевать о ком-либо или чём-либо
to mourn, to lament, to grieve for someone or something · θρηνώ τον νεκρό — оплакиваю покойника
2
жалеть о, сожалеть о
to regret, to lament (an action or state) · θρηνώ την απώλειά μας — сожалею о нашей потере

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θρηνώ
εσύ
θρηνείς
αυτός
θρηνεί
εμείς
θρηνούμε
εσείς
θρηνείτε
αυτοί
θρηνούν
Аорист
εγώ
θρήνησα
εσύ
θρήνησες
αυτός
θρήνησε
εμείς
θρηνήσαμε
εσείς
θρηνήσατε
αυτοί
θρήνησαν
Будущее
εγώ
θα θρηνήσω
εσύ
θα θρηνήσεις
αυτός
θα θρηνήσει
εμείς
θα θρηνήσουμε
εσείς
θα θρηνήσετε
αυτοί
θα θρηνήσουν

Примеры

Οι γυναίκες θρηνούσαν τον πεθαμένο με λυπή.
Женщины оплакивали покойника с грустью. · The women mourned the dead man with sorrow.
Θρηνώ την απώλεια του καλού φίλου μας.
Я горюю об утрате нашего хорошего друга. · I grieve the loss of our good friend.
Όλη η χώρα θρήνησε μετά την τραγική είδηση.
Вся страна погрузилась в скорбь после трагической новости. · The entire nation mourned after the tragic news.
Θα θρηνήσουμε αυτή την ιστορική ημέρα για πάντα.
Мы будем скорбеть об этом историческом дне навсегда. · We will lament this historic day forever.