θραύω
[ˈθravo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
ломать, разбивать
break, smash · θραύω ένα ποτήρι — разбиваю стакан
2
разламывать, раскалывать
crack, fracture · θραύω το κόκκαλο — ломаю кость
Грамматика
Настоящее время
εγώ
θραύω
εσύ
θραύεις
αυτός
θραύει
εμείς
θραύουμε
εσείς
θραύετε
αυτοί
θραύουν
Аорист
εγώ
έθραυσα
εσύ
έθραυσες
αυτός
έθραυσε
εμείς
θράψαμε
εσείς
θράψατε
αυτοί
έθραυσαν
Будущее
εγώ
θα θράψω
εσύ
θα θράψεις
αυτός
θα θράψει
εμείς
θα θράψουμε
εσείς
θα θράψετε
αυτοί
θα θράψουν
Примеры
Έθραυσε το πιάτο όταν έπεσε.
Он разбил тарелку, когда она упала. · He broke the plate when it fell.
Θραύω τον πάγο με το σφυρί.
Я разбиваю лёд молотком. · I'm breaking the ice with a hammer.
Το παράθυρο θράφηκε από τον ήχο της έκρηξης.
Окно разбилось от звука взрыва. · The window shattered from the sound of the explosion.
Θα θράψουν τα κεραμικά αν δεν είναι προσεκτικοί.
Они разобьют керамику, если не будут осторожны. · They will break the ceramics if they're not careful.