θρίαμβος
[θriˈamvos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
триумф, торжество, блестящая победа
triumph, great victory, spectacular success · ένας μεγάλος θρίαμβος — великий триумф
2
триумфальное торжество (в древнем Риме)
triumphal procession (in ancient Rome) · ο θρίαμβος του Καίσαρα — триумф Цезаря
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο θρίαμβος
вин.
τον θρίαμβο
род.
του θριάμβου
зват.
θρίαμβε
Мн. ч.
им.
οι θρίαμβοι
вин.
τους θριάμβους
род.
των θριάμβων
зват.
θρίαμβοι
Примеры
Η νίκη του ήταν ένας απόλυτος θρίαμβος.
Его победа была абсолютным триумфом. · His victory was an absolute triumph.
Γιόρτασαν τον θρίαμβό τους με μεγάλη χαρά.
Они праздновали свой триумф с большой радостью. · They celebrated their triumph with great joy.
Ο θρίαμβος του στον αγώνα ήταν εντυπωσιακός.
Его триумф в соревновании был впечатляющим. · His triumph in the competition was impressive.