θρέφω
[ˈθrefo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
кормить, питать
to feed, to nourish · θρέφω το παιδί — кормлю ребёнка
2
выращивать, воспитывать
to raise, to bring up · θρέφει τα παιδιά του — воспитывает своих детей
3
питать (чувство, надежду)
to harbour, to foster (a feeling, hope) · θρέφει ελπίδα — питает надежду
Грамматика
Настоящее время
εγώ
θρέφω
εσύ
θρέφεις
αυτός
θρέφει
εμείς
θρέφουμε
εσείς
θρέφετε
αυτοί
θρέφουν
Аорист
εγώ
έθρεψα
εσύ
έθρεψες
αυτός
έθρεψε
εμείς
θρέψαμε
εσείς
θρέψατε
αυτοί
έθρεψαν
Будущее
εγώ
θα θρέψω
εσύ
θα θρέψεις
αυτός
θα θρέψει
εμείς
θα θρέψουμε
εσείς
θα θρέψετε
αυτοί
θα θρέψουν
Примеры
Η μητέρα θρέφει το νήπιό της με φροντίδα.
Мать с любовью кормит своего младенца. · The mother carefully feeds her infant.
Έθρεψαν τα παιδιά τους σε καλό περιβάλλον.
Они воспитывали своих детей в хорошей среде. · They raised their children in a good environment.
Θρέφει την ελπίδα να ταξιδέψει στο εξωτερικό.
Он питает надежду поехать за границу. · He harbours hope of travelling abroad.
Τα ψάρια θρέφονται με ειδικά τρόφιμα.
Рыб кормят специальным кормом. · The fish are fed special food.