θολώνω
[θoˈlono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
мутить, делать мутным
to make turbid, to cloud · θολώνω το νερό — мутить воду
2
запутывать, затуманивать (переносно)
to confuse, to obscure (figuratively) · θολώνω την κατάσταση — запутывать ситуацию
Грамматика
Настоящее время
εγώ
θολώνω
εσύ
θολώνεις
αυτός
θολώνει
εμείς
θολώνουμε
εσείς
θολώνετε
αυτοί
θολώνουν
Аорист
εγώ
θόλωσα
εσύ
θόλωσες
αυτός
θόλωσε
εμείς
θολώσαμε
εσείς
θολώσατε
αυτοί
θόλωσαν
Будущее
εγώ
θα θολώσω
εσύ
θα θολώσεις
αυτός
θα θολώσει
εμείς
θα θολώσουμε
εσείς
θα θολώσετε
αυτοί
θα θολώσουν
Примеры
Τα παιδιά θολώνουν το νερό του λιμνιού.
Дети мутят воду в пруду. · The children are muddying the pond water.
Μην θολώνεις την κατάσταση με ψέματα.
Не запутывай ситуацию ложью. · Don't obscure the situation with lies.
Η αναφορά θόλωσε τα γεγονότα.
Отчёт запутал факты. · The report clouded the facts.
Θα θολώσουν το νόημα της συμφωνίας.
Они запутают смысл соглашения. · They will muddy the meaning of the agreement.