θνησιμότητα
[θniˈsimótita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
смертность, смертность (показатель)
mortality, mortality rate · ο ρυθμός θνησιμότητας — уровень смертности
2
смертность (философское понятие, смертная природа)
mortality (the condition of being subject to death) · η ανθρώπινη θνησιμότητα — человеческая смертность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η θνησιμότητα
вин.
την θνησιμότητα
род.
της θνησιμότητας
зват.
θνησιμότητα
Мн. ч.
им.
οι θνησιμότητες
вин.
τις θνησιμότητες
род.
των θνησιμοτήτων
зват.
θνησιμότητες
Примеры
Η θνησιμότητα αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Смертность возросла во время пандемии. · Mortality increased during the pandemic.
Οι στατιστικές θνησιμότητας δείχνουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών.
Статистика смертности показывает значительные различия между странами. · Mortality statistics reveal significant differences between countries.
Η φιλοσοφία αντιμετωπίζει το θέμα της ανθρώπινης θνησιμότητας.
Философия рассматривает вопрос человеческой смертности. · Philosophy addresses the question of human mortality.