Греческий словарь
с грамматикой

θλίβω

[ˈθlivo]глаголB2

Значения

1
давить, сдавливать, сжимать
to press, squeeze, compress · θλίβω το χέρι σου — давлю твою руку
2
мучить, угнетать, беспокоить
to trouble, oppress, distress · τι σε θλίβει; — что тебя беспокоит?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θλίβω
εσύ
θλίβεις
αυτός
θλίβει
εμείς
θλίβουμε
εσείς
θλίβετε
αυτοί
θλίβουν
Аорист
εγώ
έθλιψα
εσύ
έθλιψες
αυτός
έθλιψε
εμείς
θλίψαμε
εσείς
θλίψατε
αυτοί
έθλιψαν
Будущее
εγώ
θα θλίψω
εσύ
θα θλίψεις
αυτός
θα θλίψει
εμείς
θα θλίψουμε
εσείς
θα θλίψετε
αυτοί
θα θλίψουν

Примеры

Η σφιγκτερή μπλούζα θλίβει το στήθος μου.
Тесная блузка давит мне на грудь. · The tight blouse presses on my chest.
Τι σε θλίβει τόσο πολύ αυτές τις μέρες;
Что тебя так беспокоит в последнее время? · What is troubling you so much these days?
Το κρύο έθλιψε τα φυτά του κήπου.
Мороз повредил растения в саду. · The frost damaged the garden plants.
Δεν θα σε θλίψω άλλο με τα προβλήματά μου.
Я больше не буду беспокоить тебя своими проблемами. · I won't trouble you with my problems anymore.