θηλάζω
[θiˈlazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
кормить грудью, давать грудь
to breastfeed, to nurse · η μητέρα θηλάζει το μωρό — мать кормит грудью младенца
2
сосать грудь
to suckle, to nurse (of an infant) · το μωρό θηλάζει — младенец сосёт грудь
Грамматика
Настоящее время
εγώ
θηλάζω
εσύ
θηλάζεις
αυτός
θηλάζει
εμείς
θηλάζουμε
εσείς
θηλάζετε
αυτοί
θηλάζουν
Аорист
εγώ
θήλασα
εσύ
θήλασες
αυτός
θήλασε
εμείς
θηλάσαμε
εσείς
θηλάσατε
αυτοί
θήλασαν
Будущее
εγώ
θα θηλάσω
εσύ
θα θηλάσεις
αυτός
θα θηλάσει
εμείς
θα θηλάσουμε
εσείς
θα θηλάσετε
αυτοί
θα θηλάσουν
Примеры
Η μητέρα θηλάζει το νεογέννητό της παιδί.
Мать кормит грудью своего новорождённого ребёнка. · The mother breastfeeds her newborn baby.
Τα μωρά θηλάζουν κάθε δύο ή τρεις ώρες.
Младенцы сосут грудь каждые два или три часа. · Babies nurse every two or three hours.
Θήλασε το παιδί της για ένα χρόνο.
Она кормила грудью своего ребёнка один год. · She breastfed her child for one year.