θεώρημα
[θeˈoːrima]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
теорема (математическое или логическое утверждение)
theorem (mathematical or logical statement) · το θεώρημα του Πυθαγόρα — теорема Пифагора
Грамматика
Ед. ч.
им.
το θεώρημα
вин.
το θεώρημα
род.
του θεωρήματος
зват.
θεώρημα
Мн. ч.
им.
τα θεωρήματα
вин.
τα θεωρήματα
род.
των θεωρημάτων
зват.
θεωρήματα
Примеры
Το θεώρημα του Πυθαγόρα είναι πολύ γνωστό.
Теорема Пифагора очень известна. · The Pythagorean theorem is very well known.
Ο καθηγητής ανέλυσε το θεώρημα στη τάξη.
Преподаватель разобрал теорему на уроке. · The professor analysed the theorem in class.
Αυτά τα θεωρήματα είναι θεμελιώδη για τα μαθηματικά.
Эти теоремы являются фундаментальными для математики. · These theorems are fundamental to mathematics.
Η απόδειξη του θεωρήματος απαιτεί λογικές βαθμίδες.
Доказательство теоремы требует логических шагов. · The proof of the theorem requires logical steps.