Греческий словарь
с грамматикой

θεσπίζω

[θesˈpizo]глаголC1

Значения

1
провозглашать, объявлять (обычно об официальном решении или законе)
to proclaim, to enact, to decree (especially in legal or official contexts) · ο νόμος θεσπίστηκε — закон был принят

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θεσπίζω
εσύ
θεσπίζεις
αυτός
θεσπίζει
εμείς
θεσπίζουμε
εσείς
θεσπίζετε
αυτοί
θεσπίζουν
Аорист
εγώ
θέσπισα
εσύ
θέσπισες
αυτός
θέσπισε
εμείς
θεσπίσαμε
εσείς
θεσπίσατε
αυτοί
θέσπισαν
Будущее
εγώ
θα θεσπίσω
εσύ
θα θεσπίσεις
αυτός
θα θεσπίσει
εμείς
θα θεσπίσουμε
εσείς
θα θεσπίσετε
αυτοί
θα θεσπίσουν

Примеры

Το κοινοβούλιο θέσπισε νέες διατάξεις για την εργασία.
Парламент принял новые положения о труде. · Parliament enacted new labour provisions.
Η κυβέρνηση θεσπίζει κανόνες για τη δημόσια υγεία.
Правительство устанавливает правила общественного здоровья. · The government is laying down rules for public health.
Θα θεσπίσουν τις νέες κανονιστικές διατάξεις την επόμενη εβδομάδα.
На следующей неделе они утвердят новые нормативные положения. · They will promulgate the new regulatory provisions next week.
Ο νόμος θεσπίστηκε με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου.
Закон вступил в силу с 1 января. · The law took effect from 1 January.