θερμότητα
[θerˈmotita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
тепло, теплота
heat, warmth · η θερμότητα του ήλιου — тепло солнца
2
теплоота (физическая величина)
heat (quantity of thermal energy) · μέτρηση της θερμότητας — измерение теплоты
3
теплота, сердечность (в отношениях)
warmth, affection (in relationships) · η θερμότητα της φιλίας — теплота дружбы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η θερμότητα
вин.
την θερμότητα
род.
της θερμότητας
зват.
θερμότητα
Мн. ч.
им.
οι θερμότητες
вин.
τις θερμότητες
род.
των θερμοτήτων
зват.
θερμότητες
Примеры
Η θερμότητα του καλοκαιριού είναι αφόρητη.
Летняя жара невыносима. · The summer heat is unbearable.
Παρατηρήσαμε την αύξηση της θερμότητας στο δωμάτιο.
Мы заметили повышение температуры в комнате. · We noticed the increase in heat in the room.
Δέχθηκε τις πληροφορίες με θερμότητα και ενθουσιασμό.
Он принял новости с теплотой и энтузиазмом. · He received the news with warmth and enthusiasm.