θερμόμετρο
[θerˈmoːmetro]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
термометр
thermometer · όργανο που μετράει τη θερμοκρασία — прибор, который измеряет температуру
Грамматика
Ед. ч.
им.
το θερμόμετρο
вин.
το θερμόμετρο
род.
του θερμομέτρου
зват.
θερμόμετρο
Мн. ч.
им.
τα θερμόμετρα
вин.
τα θερμόμετρα
род.
των θερμομέτρων
зват.
θερμόμετρα
Примеры
Το θερμόμετρο δείχνει τριάντα οκτώ βαθμούς.
Термометр показывает тридцать восемь градусов. · The thermometer shows thirty-eight degrees.
Πού είναι το θερμόμετρό μας;
Где наш термометр? · Where is our thermometer?
Τα θερμόμετρα της αίθουσας δεν λειτουργούν καλά.
Термометры в комнате работают плохо. · The thermometers in the room aren't working properly.