Греческий словарь
с грамматикой

θερμαίνω

[θerˈmeno]глаголB1

Значения

1
нагревать, греть
to heat, to warm · θερμαίνω το νερό — нагреваю воду
2
согревать (переносное значение — поднимать дух)
to warm (figurative — to cheer, to encourage) · θερμαίνει την καρδιά μου — греет моё сердце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θερμαίνω
εσύ
θερμαίνεις
αυτός
θερμαίνει
εμείς
θερμαίνουμε
εσείς
θερμαίνετε
αυτοί
θερμαίνουν
Аорист
εγώ
θέρμανα
εσύ
θέρμανες
αυτός
θέρμανε
εμείς
θερμάναμε
εσείς
θερμάνατε
αυτοί
θέρμαναν
Будущее
εγώ
θα θερμάνω
εσύ
θα θερμάνεις
αυτός
θα θερμάνει
εμείς
θα θερμάνουμε
εσείς
θα θερμάνετε
αυτοί
θα θερμάνουν

Примеры

Το καλοριφέρ θερμαίνει όλο το σπίτι.
Радиатор отапливает весь дом. · The radiator heats the whole house.
Χθες θέρμανα το νερό για το μπάνιο.
Вчера я нагрел воду для ванны. · Yesterday I heated the water for the bath.
Τα ζεστά λόγια της θερμαίνουν την ψυχή του.
Её тёплые слова согревают его душу. · Her warm words warm his soul.
Θα θερμάνουμε το δωμάτιο πριν έρθουν οι επισκέπτες.
Мы согреем комнату перед приходом гостей. · We'll warm up the room before the guests arrive.