Греческий словарь
с грамматикой

θεραπεύω

[θɛraˈpɛvo]глаголB1

Значения

1
лечить, медицински лечить
to treat medically, to cure · θεραπεύω μια ασθένεια — лечу болезнь
2
обращаться с кем-либо, ухаживать за кем-либо
to care for, to look after · θεραπεύω ασθενείς — ухаживаю за больными

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θεραπεύω
εσύ
θεραπεύεις
αυτός
θεραπεύει
εμείς
θεραπεύουμε
εσείς
θεραπεύετε
αυτοί
θεραπεύουν
Аорист
εγώ
θεράπευσα
εσύ
θεράπευσες
αυτός
θεράπευσε
εμείς
θεραπεύσαμε
εσείς
θεραπεύσατε
αυτοί
θεράπευσαν
Будущее
εγώ
θα θεραπεύσω
εσύ
θα θεραπεύσεις
αυτός
θα θεραπεύσει
εμείς
θα θεραπεύσουμε
εσείς
θα θεραπεύσετε
αυτοί
θα θεραπεύσουν

Примеры

Ο γιατρός θεραπεύει τον ασθενή με αντιβιοτικά.
Врач лечит больного антибиотиками. · The doctor treats the patient with antibiotics.
Θεράπευσαν την παιδιά από το πυρετό.
Они вылечили ребёнка от лихорадки. · They cured the child of the fever.
Θα θεραπεύσουμε αυτή την ασθένεια σύντομα.
Мы скоро вылечим эту болезнь. · We will cure this disease soon.
Θεραπεύεται στο νοσοκομείο για δύο εβδομάδες.
Его лечат в больнице две недели. · He is being treated in the hospital for two weeks.