θεραπευτής
[θeraˈpeftis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
терапевт, врач-специалист
therapist, medical specialist · γιατρός που θεραπεύει ασθένειες — врач, лечащий болезни
2
целитель, лекарь (архаичное/литературное)
healer, physician (archaic/literary) · αρχαία ονομασία του γιατρού — старое название врача
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο θεραπευτής
вин.
τον θεραπευτή
род.
του θεραπευτή
зват.
θεραπευτή
Мн. ч.
им.
οι θεραπευτές
вин.
τους θεραπευτές
род.
των θεραπευτών
зват.
θεραπευτές
Примеры
Ο θεραπευτής ειδικεύεται στη φυσιοθεραπεία.
Этот терапевт специализируется на физиотерапии. · The therapist specializes in physiotherapy.
Πήγα στον θεραπευτή για την πόνο μου.
Я пошёл к терапевту из-за боли. · I went to the therapist because of my pain.
Οι θεραπευτές στο νοσοκομείο είναι πολύ έμπειροι.
Врачи в больнице очень опытные. · The therapists at the hospital are very experienced.
Συνιστώ τον καλύτερο θεραπευτή της πόλης.
Я рекомендую лучшего врача в городе. · I recommend the best therapist in town.