Греческий словарь
с грамматикой

θεμελιώνω

[θemeˈljono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
закладывать фундамент, строить на основе
to lay foundations, to establish on a solid base · θεμελιώνουμε ένα σπίτι — закладываем фундамент дома
2
основывать, создавать основу для чего-либо
to found, to establish the basis for something · θεμελίωσε μια σχολή — основал школу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θεμελιώνω
εσύ
θεμελιώνεις
αυτός
θεμελιώνει
εμείς
θεμελιώνουμε
εσείς
θεμελιώνετε
αυτοί
θεμελιώνουν
Аорист
εγώ
θεμελίωσα
εσύ
θεμελίωσες
αυτός
θεμελίωσε
εμείς
θεμελιώσαμε
εσείς
θεμελιώσατε
αυτοί
θεμελίωσαν
Будущее
εγώ
θα θεμελιώσω
εσύ
θα θεμελιώσεις
αυτός
θα θεμελιώσει
εμείς
θα θεμελιώσουμε
εσείς
θα θεμελιώσετε
αυτοί
θα θεμελιώσουν

Примеры

Θεμελίωσαν το κτίριο με σταθερές βάσεις.
Они заложили фундамент здания на прочных основаниях. · They laid the foundations of the building on solid bases.
Ο φιλόσοφος θεμελίωσε μια νέα σχολή σκέψης.
Философ основал новую философскую школу. · The philosopher founded a new school of thought.
Η σχέση τους θεμελιώνεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Их отношения основаны на взаимном доверии. · Their relationship is built on mutual trust.
Θα θεμελιώσουμε τις νέες πολιτικές πάνω σε επιστημονικά δεδομένα.
Мы будем строить новую политику на научных данных. · We will base the new policies on scientific evidence.