θεμελιώδης
[θeˈmeliˈoðis]прилагательноеC1
Значения
1
фундаментальный, основополагающий
fundamental, basic, underlying · θεμελιώδης αρχή — фундаментальный принцип
2
сущностный, коренной
essential, inherent · θεμελιώδης διαφορά — принципиальное различие
Грамматика
мужской род
им.
θεμελιώδης
вин.
θεμελιώδη
род.
θεμελιώδη
зват.
θεμελιώδη
женский род
им.
θεμελιώδης
вин.
θεμελιώδη
род.
θεμελιώδη
зват.
θεμελιώδη
средний род
им.
θεμελιώδες
вин.
θεμελιώδες
род.
θεμελιώδη
зват.
θεμελιώδες
Примеры
Η δημοκρατία είναι θεμελιώδης αξία της κοινωνίας.
Демократия — фундаментальная ценность общества. · Democracy is a fundamental value of society.
Υπάρχει θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες.
Существует принципиальное различие между двумя теориями. · There is a fundamental difference between the two theories.
Τα θεμελιώδη δικαιώματα προστατεύονται από το Σύνταγμα.
Основные права защищены Конституцией. · Fundamental rights are protected by the Constitution.
Αυτό είναι θεμελιώδες σφάλμα στη λογική του.
Это коренная ошибка в его логике. · This is a fundamental error in his logic.