θεμελίωση
[θemeˈli.osi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
основание, закладка фундамента
foundation, laying of a foundation · η θεμελίωση του κτιρίου — закладка фундамента здания
2
установление, создание на прочной основе
establishment, foundation (figurative) · η θεμελίωση ενός κράτους — создание государства
Грамматика
Ед. ч.
им.
η θεμελίωση
вин.
τη θεμελίωση
род.
της θεμελίωσης
зват.
θεμελίωση
Мн. ч.
им.
οι θεμελιώσεις
вин.
τις θεμελιώσεις
род.
των θεμελιώσεων
зват.
θεμελιώσεις
Примеры
Η θεμελίωση του νέου νοσοκομείου ξεκίνησε τον περασμένο μήνα.
Закладка фундамента нового больницы началась в прошлом месяце. · The foundation-laying of the new hospital began last month.
Για τη θεμελίωση της δημοκρατίας χρειάστηκαν δεκαετίες.
Для установления демократии потребовались десятилетия. · Establishing democracy took decades.
Οι θεμελιώσεις των σπιτιών πρέπει να είναι πολύ σταθερές.
Основания домов должны быть очень прочными. · The foundations of houses must be very solid.