θεμέλιο
[θeˈmelio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
фундамент, основание (здания)
foundation, base (of a building) · το θεμέλιο του σπιτιού — фундамент дома
2
основа, основание (переносно)
foundation, basis (figuratively) · θεμέλιο της εκπαίδευσης — основа образования
Грамматика
Ед. ч.
им.
το θεμέλιο
вин.
το θεμέλιο
род.
του θεμελίου
зват.
θεμέλιε
Мн. ч.
им.
τα θεμέλια
вин.
τα θεμέλια
род.
των θεμελίων
зват.
θεμέλια
Примеры
Έχουν ήδη σκάψει τα θεμέλια του κτιρίου.
Они уже вырыли фундамент здания. · They have already dug the foundations of the building.
Το θεμέλιο της δημοκρατίας είναι η εκπαίδευση.
Основой демократии является образование. · The foundation of democracy is education.
Χωρίς στερεό θεμέλιο, το σπίτι δεν θα σταθεί.
Без прочного фундамента дом не будет стоять. · Without a solid foundation, the house won't stand.
Τα θεμέλια αυτής της θεωρίας είναι αρκετά ασταθή.
Основания этой теории довольно непрочные. · The foundations of this theory are quite unstable.