Греческий словарь
с грамматикой

θεάομαι

[θeˈaome]глаголB1

Значения

1
смотреть, наблюдать, созерцать
to watch, to observe, to behold · θεάομαι το θέατρο — я смотрю театр
2
посещать театр, представление
to attend, to go and watch (a performance) · θεάομαι μια παράσταση — я посещаю представление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θεάομαι
εσύ
θεάσαι
αυτός
θεάται
εμείς
θεώμεθα
εσείς
θεάσθε
αυτοί
θεώνται
Аорист
εγώ
εθεασάμην
εσύ
εθεάσω
αυτός
εθεάσατο
εμείς
εθεασάμεθα
εσείς
εθεάσασθε
αυτοί
εθεάσαντο
Будущее
εγώ
θα θεάσομαι
εσύ
θα θεάσει
αυτός
θα θεάσεται
εμείς
θα θεασόμεθα
εσείς
θα θεάσεσθε
αυτοί
θα θεάσονται

Примеры

Θεώμεθα το ηλιοβασίλεμα από το λόφο.
Мы созерцаем закат с холма. · We behold the sunset from the hill.
Χθες εθεασάμην μια υπέροχη ταινία.
Вчера я посмотрел прекрасный фильм. · Yesterday I watched a wonderful film.
Θα θεάσονται το αρχαίο θέατρο του Διονύσου.
Они посетят древний театр Диониса. · They will attend the ancient Theatre of Dionysus.
Θέαου τα αστέρια τη νύχτα.
Смотри на звёзды ночью. · Observe the stars at night.