Греческий словарь
с грамматикой

θαρρώ

[θaˈro]глаголB1

Значения

1
осмеливаться, решаться
dare, venture · θαρρώ να πω — осмеливаюсь сказать
2
быть уверенным, верить
be confident, believe · θαρρώ ότι θα έρθει — я уверен, что он придёт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θαρρώ
εσύ
θαρρείς
αυτός
θαρρεί
εμείς
θαρρούμε
εσείς
θαρρείτε
αυτοί
θαρρούν
Аорист
εγώ
τόλμησα
εσύ
τόλμησες
αυτός
τόλμησε
εμείς
τολμήσαμε
εσείς
τολμήσατε
αυτοί
τόλμησαν
Будущее
εγώ
θα θαρρώ
εσύ
θα θαρρείς
αυτός
θα θαρρεί
εμείς
θα θαρρούμε
εσείς
θα θαρρείτε
αυτοί
θα θαρρούν

Примеры

Θαρρώ να σας πω την αλήθεια.
Я осмеливаюсь вам сказать правду. · I dare tell you the truth.
Δεν θαρρώ να μιλήσω μπροστά σε πολλούς.
Я не решаюсь говорить перед многими людьми. · I don't dare speak in front of many people.
Θαρρώ ότι η απάντηση είναι σωστή.
Я верю, что ответ правильный. · I believe the answer is correct.
Τόλμησαν να αμφισβητήσουν τον δάσκαλο.
Они решились оспорить учителя. · They dared to challenge the teacher.