Греческий словарь
с грамматикой

θανατώνω

[θanaˈtono]глаголB2

Значения

1
приговаривать к смерти, казнить
to sentence to death, to execute · θανατώνουν τον κατάδικο — приговаривают преступника к смерти
2
убивать, лишать жизни
to kill, to put to death · η ασθένεια τον θανάτωσε — болезнь его убила
3
подавлять, уничтожать (переносно)
to suppress, to destroy, to quell (figuratively) · θανατώνουν την ελευθερία — подавляют свободу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θανατώνω
εσύ
θανατώνεις
αυτός
θανατώνει
εμείς
θανατώνουμε
εσείς
θανατώνετε
αυτοί
θανατώνουν
Аорист
εγώ
θανάτωσα
εσύ
θανάτωσες
αυτός
θανάτωσε
εμείς
θανατώσαμε
εσείς
θανατώσατε
αυτοί
θανάτωσαν
Будущее
εγώ
θα θανατώσω
εσύ
θα θανατώσεις
αυτός
θα θανατώσει
εμείς
θα θανατώσουμε
εσείς
θα θανατώσετε
αυτοί
θα θανατώσουν

Примеры

Το δικαστήριο θανάτωσε τον εγκληματία χθες.
Вчера суд приговорил преступника к смерти. · Yesterday the court sentenced the criminal to death.
Η πείνα θανατώνει χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο.
Голод убивает тысячи людей каждый год. · Hunger kills thousands of people every year.
Η δικτατορία θανατώνει κάθε ελάχιστη ελπίδα ελευθερίας.
Диктатура подавляет малейшую надежду на свободу. · The dictatorship destroys even the slightest hope of freedom.