θανατηφόρος
[θanatiˈforos]прилагательноеC1
Значения
1
смертоносный, несущий смерть
deadly, lethal, death-dealing · θανατηφόρα πληγή — смертельный удар
Грамматика
мужской род
им.
θανατηφόρος
вин.
θανατηφόρο
род.
θανατηφόρου
зват.
θανατηφόρε
женский род
им.
θανατηφόρα
вин.
θανατηφόρα
род.
θανατηφόρας
зват.
θανατηφόρα
средний род
им.
θανατηφόρο
вин.
θανατηφόρο
род.
θανατηφόρου
зват.
θανατηφόρο
Примеры
Ο ιός ήταν θανατηφόρος για τους ηλικιωμένους.
Вирус был смертоносным для пожилых людей. · The virus was deadly for the elderly.
Η θανατηφόρα δόση του φαρμάκου προσδιορίστηκε επιστημονικά.
Летальная доза лекарства была установлена научно. · The lethal dose of the drug was determined scientifically.
Στην αρχαιότητα, πολλά όπλα ήταν θανατηφόρα.
В древности много оружия было смертоносным. · In antiquity, many weapons were lethal.