θήραμα
[ˈθirama]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
добыча (животное, которое охотятся)
prey (animal that is hunted) · το θήραμα του λιονταριού — добыча льва
2
трофей, добыча (переносно: результат охоты или поиска)
trophy, catch (figuratively: result of hunting or pursuit) · εύρισκε το θήραμά του — нашёл свою добычу
Грамматика
Ед. ч.
им.
το θήραμα
вин.
το θήραμα
род.
του θηράματος
зват.
θήραμα
Мн. ч.
им.
τα θηράματα
вин.
τα θηράματα
род.
των θηραμάτων
зват.
θηράματα
Примеры
Ο αετός κρατούσε το θήραμά του στα νύχια του.
Орёл держал свою добычу в когтях. · The eagle held its prey in its talons.
Τα θηράματα του κυνηγού ήταν τέσσερα λαγοί.
Добычей охотника были четыре зайца. · The hunter's prey consisted of four hares.
Ενδιαφέρεται για τα θηράματα διαφόρων πουλιών.
Его интересует добыча различных птиц. · He is interested in the prey of various birds.