Греческий словарь
с грамматикой

θέτω

[ˈθeto]глаголB1

Значения

1
класть, помещать, ставить
to put, to place, to set · θέτω το βιβλίο στο τραπέζι — кладу книгу на стол
2
устанавливать, определять, назначать
to establish, to set, to appoint · θέτω κανόνες — устанавливаю правила
3
выдвигать, предполагать
to propose, to assume, to posit · θέτω ένα ερώτημα — выдвигаю вопрос

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θέτω
εσύ
θέτεις
αυτός
θέτει
εμείς
θέτουμε
εσείς
θέτετε
αυτοί
θέτουν
Аорист
εγώ
έθεσα
εσύ
έθεσες
αυτός
έθεσε
εμείς
έθεσαμε
εσείς
έθεσατε
αυτοί
έθεσαν
Будущее
εγώ
θα θέσω
εσύ
θα θέσεις
αυτός
θα θέσει
εμείς
θα θέσουμε
εσείς
θα θέσετε
αυτοί
θα θέσουν

Примеры

Θέσε τα πράγματα στη σωστή θέση.
Поставь вещи на правильное место. · Put the things in the right place.
Ο δάσκαλος θέτει δύσκολες ερωτήσεις.
Учитель задаёт сложные вопросы. · The teacher poses difficult questions.
Είχαν θέσει νέους κανόνες πριν από ένα μήνα.
Они установили новые правила месяц назад. · They had set new rules a month ago.
Θα θέσω το πρόβλημα στη συνέλευση αύριο.
Я выдвину эту проблему на собрании завтра. · I will bring up the problem at the meeting tomorrow.