Греческий словарь
с грамматикой

θάπτω

[ˈθapto]глаголB2

Значения

1
хоронить, погребать
to bury, to entomb · θάπτουν τον νεκρό — хоронят покойника
2
скрывать, тайно прятать
to hide, to conceal · θάπτει την αλήθεια — скрывает правду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θάπτω
εσύ
θάπτεις
αυτός
θάπτει
εμείς
θάπτουμε
εσείς
θάπτετε
αυτοί
θάπτουν
Аорист
εγώ
έθαψα
εσύ
έθαψες
αυτός
έθαψε
εμείς
θάψαμε
εσείς
θάψατε
αυτοί
έθαψαν
Будущее
εγώ
θα θάψω
εσύ
θα θάψεις
αυτός
θα θάψει
εμείς
θα θάψουμε
εσείς
θα θάψετε
αυτοί
θα θάψουν

Примеры

Θάψανε τον ήρωα στο νεκροταφείο.
Героя похоронили на кладбище. · They buried the hero in the cemetery.
Ο παππούς μας θάπτεται στην πατρίδα του.
Наш дед похоронен на его родине. · Our grandfather is buried in his homeland.
Έθαψε τα όχι καλά του στη γη.
Он закопал свои слёзы в землю. · He buried his tears in the ground.
Θα θάψουν το σκάνδαλο με κάθε μέσο.
Они скроют скандал любой ценой. · They will cover up the scandal by any means.