θάνατος
[ˈθanatos]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
смерть
death · Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. — Смерть неизбежна.
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο θάνατος
вин.
τον θάνατο
род.
του θανάτου
зват.
θάνατε
Мн. ч.
им.
οι θάνατοι
вин.
τους θανάτους
род.
των θανάτων
зват.
θάνατοι
Примеры
Ο θάνατος του ηθοποιού συγκλόνισε τον κόσμο.
Смерть актёра потрясла весь мир. · The actor's death shocked the world.
Φοβάται τον θάνατο αλλά ζει με περισσή.
Он боится смерти, но живёт с удовольствием. · He fears death but lives with joy.
Μετά τον θάνατό του, τα παιδιά έχασαν τον πατέρα τους.
После его смерти дети потеряли отца. · After his death, the children lost their father.
Οι θάνατοι στον πόλεμο ήταν πολλοί.
Смертей на войне было много. · There were many deaths in the war.