θάλαμος
[ˈθaləmos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
спальня, комната для сна
bedroom, sleeping chamber · ο θάλαμός του — его спальня
2
каюта (на корабле)
cabin (on a ship) · θάλαμος του πλοίου — каюта корабля
3
внутренняя камера, полость
chamber, cavity (anatomical or mechanical) · θάλαμος της καρδιάς — камера сердца
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο θάλαμος
вин.
τον θάλαμο
род.
του θαλάμου
зват.
θάλαμε
Мн. ч.
им.
οι θάλαμοι
вин.
τους θαλάμους
род.
των θαλάμων
зват.
θάλαμοι
Примеры
Το παιδί κοιμάται στον θάλαμό του κάθε βράδυ.
Ребёнок каждый вечер спит в своей спальне. · The child sleeps in his bedroom every night.
Ο ναυτικός μπήκε στον θάλαμό του στο πλοίο.
Моряк вошёл в свою каюту на корабле. · The sailor entered his cabin on the ship.
Το αριστερό θάλαμο της καρδιάς είναι σημαντικό.
Левая камера сердца очень важна. · The left chamber of the heart is crucial.
Διακοσμήσαν όλους τους θαλάμους του μεγάρου.
Они украсили все комнаты дворца. · They decorated all the rooms of the palace.