Греческий словарь
с грамматикой

θάβω

[ˈθavo]глаголB1

Значения

1
хоронить, закапывать (труп)
to bury (a corpse) · θάβουν τον νεκρό — хоронят покойника
2
закапывать, прятать в земле
to bury, to hide underground · θάβει το θησαυρό — закапывает сокровище
3
скрывать, забывать (перен.)
to hide, to bury (figurative) · θάβει το παρελθόν — скрывает прошлое

Грамматика

Настоящее время
εγώ
θάβω
εσύ
θάβεις
αυτός
θάβει
εμείς
θάβουμε
εσείς
θάβετε
αυτοί
θάβουν
Аорист
εγώ
έθαψα
εσύ
έθαψες
αυτός
έθαψε
εμείς
θάψαμε
εσείς
θάψατε
αυτοί
έθαψαν
Будущее
εγώ
θα θάψω
εσύ
θα θάψεις
αυτός
θα θάψει
εμείς
θα θάψουμε
εσείς
θα θάψετε
αυτοί
θα θάψουν

Примеры

Το χωριό θάβει τον ηλικιωμένο σήμερα.
Деревня хоронит старика сегодня. · The village is burying the old man today.
Έθαψε το χρυσό κάτω από το δέντρο.
Он закопал золото под деревом. · He buried the gold under the tree.
Θα θάψουμε τις διαφορές μας και θα συνεχίσουμε.
Мы похороним наши разногласия и двинемся дальше. · We will bury our differences and move on.
Θάβε το μυστικό και μην το πεις σε κανέναν.
Скрой секрет и никому не рассказывай. · Hide the secret and don't tell anyone.