Греческий словарь
с грамматикой

ηχώ

[iˈxo]глаголB1

Значения

1
звучать, издавать звук
to sound, to make a sound · το κουδούνι ηχεί — звонок звучит
2
звучать (о голосе, музыке и т.п.)
to ring out, to resound · η μουσική ηχεί στο σπίτι — музыка звучит в доме
3
отзываться (переносное значение — о словах, идеях)
to echo, to resonate (figuratively) · τα λόγια ηχούν στο μυαλό — слова отзываются в уме

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ηχώ
εσύ
ηχείς
αυτός
ηχεί
εμείς
ηχούμε
εσείς
ηχείτε
αυτοί
ηχούν
Аорист
εγώ
ήχησα
εσύ
ήχησες
αυτός
ήχησε
εμείς
ηχήσαμε
εσείς
ηχήσατε
αυτοί
ήχησαν
Будущее
εγώ
θα ηχήσω
εσύ
θα ηχήσεις
αυτός
θα ηχήσει
εμείς
θα ηχήσουμε
εσείς
θα ηχήσετε
αυτοί
θα ηχήσουν

Примеры

Το κουδούνι ηχεί δυνατά το πρωί.
Звонок громко звонит по утрам. · The bell rings loudly in the morning.
Η μουσική ηχούσε από τα ηχεία.
Музыка звучала из колонок. · The music was coming from the speakers.
Τα λόγια του ακόμα ηχούν στο μυαλό μου.
Его слова всё ещё отзываются в моей голове. · His words still echo in my mind.
Αν ηχήσει το κουδούνι, θα τρέξει προς την πόρτα.
Если зазвонит звонок, он побежит к двери. · If the bell rings, he'll run to the door.