ηχογραφώ
[ixoɣraˈfo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
записывать звук, делать звукозапись
to record sound, to make an audio recording · ηχογραφώ ένα τραγούδι — записываю песню
2
записывать, документировать (речь, интервью и т.д.)
to record, to document (speech, interview, etc.) · ηχογραφώ την συνέντευξη — записываю интервью
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ηχογραφώ
εσύ
ηχογραφείς
αυτός
ηχογραφεί
εμείς
ηχογραφούμε
εσείς
ηχογραφείτε
αυτοί
ηχογραφούν
Аорист
εγώ
ηχογράφησα
εσύ
ηχογράφησες
αυτός
ηχογράφησε
εμείς
ηχογραφήσαμε
εσείς
ηχογραφήσατε
αυτοί
ηχογράφησαν
Будущее
εγώ
θα ηχογραφώ
εσύ
θα ηχογραφείς
αυτός
θα ηχογραφεί
εμείς
θα ηχογραφούμε
εσείς
θα ηχογραφείτε
αυτοί
θα ηχογραφούν
Примеры
Ηχογράφησα την ομιλία του καθηγητή.
Я записал лекцию профессора. · I recorded the professor's lecture.
Οι μουσικοί ηχογραφούν ένα νέο άλμπουμ.
Музыканты записывают новый альбом. · The musicians are recording a new album.
Θα ηχογραφήσουμε το podcast αύριο.
Завтра мы запишем подкаст. · We will record the podcast tomorrow.
Ηχογράφησε τα λόγιά του για το αρχείο.
Он записал свои слова для архива. · He recorded his words for the archive.