ηφαίστειο
[ifˈɛstio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
вулкан
volcano · το ηφαίστειο της Αίτνας — вулкан Этна
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ηφαίστειο
вин.
το ηφαίστειο
род.
του ηφαιστείου
зват.
ηφαίστειο
Мн. ч.
им.
τα ηφαίστεια
вин.
τα ηφαίστεια
род.
των ηφαιστείων
зват.
ηφαίστεια
Примеры
Το ηφαίστειο στην Ικαρία ήταν ενεργό παλιά.
Вулкан на Икарии был активным в древности. · The volcano on Ikaria was once active.
Οι ηφαίστεια του κόσμου προκαλούν φόβο και θαυμασμό.
Вулканы мира вызывают страх и восхищение. · The volcanoes of the world inspire both fear and wonder.
Η έκρηξη του ηφαιστείου καταστράφηκε την πόλη.
Извержение вулкана разрушило город. · The eruption of the volcano destroyed the city.