Греческий словарь
с грамматикой

ηρεμώ

[iˈremo]глаголA2

Значения

1
успокаивать, утешать
to calm, to soothe, to comfort · ηρέμησε το παιδί — успокоил ребёнка
2
успокаиваться, утихать
to calm down, to settle, to become quiet · ο άνεμος ηρέμησε — ветер утих

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ηρεμώ
εσύ
ηρεμάς
αυτός
ηρεμά
εμείς
ηρεμούμε
εσείς
ηρεμάτε
αυτοί
ηρεμούν
Аорист
εγώ
ηρέμησα
εσύ
ηρέμησες
αυτός
ηρέμησε
εμείς
ηρεμήσαμε
εσείς
ηρεμήσατε
αυτοί
ηρέμησαν
Будущее
εγώ
θα ηρεμήσω
εσύ
θα ηρεμήσεις
αυτός
θα ηρεμήσει
εμείς
θα ηρεμήσουμε
εσείς
θα ηρεμήσετε
αυτοί
θα ηρεμήσουν

Примеры

Η μητέρα ηρέμησε το φοβισμένο παιδί.
Мать успокоила испуганного ребёнка. · The mother calmed the frightened child.
Ηρέμησε και σκέψου το προβλήμα σας.
Успокойтесь и обдумайте вашу проблему. · Calm down and think about your problem.
Ο θυμός του ηρεμούσε σιγά σιγά.
Его гнев постепенно угасал. · His anger was gradually subsiding.
Όταν έφτασα, τα πράγματα είχαν ηρεμήσει.
Когда я прибыл, ситуация уже успокоилась. · When I arrived, things had settled down.